ἀτέραμνος

ἀτέραμνος
Grammatical information: adj.
Meaning: `hard, stubborn, merciless' (Od.).
Other forms: ἀτεράμων (Ar.)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Analyzed as α privativum and a noun *τέραμα, from the root of τείρω, τέρην, so `not weak'; s. Frisk, Adj. priv. 5f., Sommer, Nominalkomp. 11 n. 2. But there is no evidence for *h₂ in this root (rather for *h₁), Pok. 1071; there is an adj. τεράμων (q.v.), but Frisk and Chantr. think that it may be secondarily derived from ἀτέραμνος. A form in -αμνος suggests substr. origin.
Page in Frisk: 1,178

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ατέραμνος — ἀτέραμνος, ον (Α) 1. τραχύς, σκληρός 2. (για σωματικές λειτουργίες) εκείνος που παρουσιάζει δυσκαμψία ή δυσλειτουργία 3. (για όσπρια) αυτός που βράζει δύσκολα, ο κακόβραστος 4. σκληρός, άκαμπτος, ανηλεής (η λέξη και στον Παπαδιαμάντη, «πέλαγος… …   Dictionary of Greek

  • ἀτέραμνος — unsoftened masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτεραμνότατα — ἀτέραμνος unsoftened adverbial superl ἀτέραμνος unsoftened neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτεράμνω — ἀτέραμνος unsoftened masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἀτέραμνος unsoftened masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτεράμον — ἀτέραμνος unsoftened masc/fem voc sg (attic) ἀτέραμνος unsoftened neut nom/voc/acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτεράμονα — ἀτέραμνος unsoftened neut nom/voc/acc pl (attic) ἀτέραμνος unsoftened masc/fem acc sg (attic) ἀτεράμων hard neut nom/voc/acc pl ἀτεράμων hard masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτέραμνον — ἀτέραμνος unsoftened masc/fem acc sg ἀτέραμνος unsoftened neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτεραμόνων — ἀτέραμνος unsoftened gen pl (attic) ἀτεράμων hard gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτεράμνοις — ἀτέραμνος unsoftened masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτεράμνοισιν — ἀτέραμνος unsoftened masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτεράμνου — ἀτέραμνος unsoftened masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.